Επίκτητα αίτια
Στα επίκτητα αίτια συγκαταλέγονται η προχωρημένη ηλικία, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, οι χειρουργικές επεμβάσεις και τα τραύματα, η κύηση και η λοχεία, ορισμένα φάρμακα και διάφορες άλλες συστηματικές παθήσεις όπως κυρίως ο καρκίνος και το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο.

 Η προχωρημένη ηλικία
Η προχωρημένη ηλικία, εκτός από παράγοντα ανάπτυξης αρτηριακής θρόμβωσης όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί σημαντικό παράγοντα εμφάνισης και φλεβικής θρόμβωσης. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται ότι είναι μέχρι και 1000 φορές μεγαλύτε­ρος για άτομα πάνω από 75 ετών σε σχέση με τα νέα άτομα ηλικίας κάτω των 45 χρόνων.

 Ακινητοποίηση
Κάθε παρατεταμένη ακινητοποίηση, όπως αυτή συμβαίνει π.χ. σε χρόνια κατακεκλιμένους ασθενείς, στα μεγάλα ταξίδια με το αεροπλάνο (σύνδρομο οι­κονομικής θέσης), η κατά την πολύωρη καθιστική θέση μπροστά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή (ηλεκτρονική θρόμβωση) ή στην τηλεόραση, μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την πρόκληση θρομβοεμβολικού επεισοδίου.

«Ηλεκτρονική θρόμβωση».
Η πρώτη περίπτωση «ηλεκτρονικής θρόμβωσης» ανα­κοινώθηκε από τον R. Beasley στο περιοδικό «The European Respiratory Journal», στις αρχές του 2003. Επρόκειτο για έναν 32χρονο άνδρα από την Νέα Ζηλανδία, ο οποίος πα­ραλίγο να πεθάνει από πνευμονική εμβολή την οποία παρουσίασε ενώ καθόταν για περισσότερες από 18 ώρες μπροστά στον ηλεκτρονικό του υπολο­γιστή.

 Χειρουργικές επεμβάσεις
Οι χειρουργικές επεμβάσεις αποτελούν ένα από τα συχνότερα αίτια θρομβώσεων. Ο τύπος, η διάρκεια και το μέγεθος της επέμβασης, ο βαθμός πιθανής αφυδάτωσης, το είδος της χορηγούμενης αναισθη­σίας, καθώς και η συνύπαρξη κληρονομικών ή επί­κτητων αιτιών θρομβοφιλίας, καθορίζουν και τον κίνδυνο για την πρόκληση κάποιου θρομβοεμβολι­κού επεισοδίου. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο κίνδυνος αυτός, μπορεί να διατηρηθεί έως και μερικές εβδομάδες μετεγχει­ρητικά. Περισσότερο επικίνδυνες είναι οι ορθοπεδικές, οι γυ­ναικολογικές και οι νευροχειρουργικές επεμβάσεις, όπως και κάθε μεγάλη επέμβαση της κοιλιάς ή του θώρακα. Σχετικά με τους τραυματισμούς, μεγαλύτερο κίνδυνο εμφανίζουν οι ασθενείς με βαριές κακώσεις των κάτω άκρων και με κακώσεις της σπονδυλικής στήλης.

 Εγκυμοσύνη και λοχεία
Στην εγκυμοσύνη, ο κίνδυνος φλεβικού θρομβοεμβολικού επεισοδίου είναι 5 με 10 φορές μεγαλύτερος από ότι σε μη έγκυες γυναίκες της ίδια ηλικίας. Ο κίνδυνος αυτός μάλιστα, κατά την διάρκεια της λοχείας (4-6 εβδομάδες μετά τον τοκετό) είναι ακόμα μεγαλύτε­ρος και αυξάνει κατά 10 με 20 φορές. Ο αυξημένος κίνδυνος θρόμβωσης οφείλεται αφενός μεν σε μεταβολές των επιπέδων των διαφόρων πα­ραγόντων της πήξης και αφετέρου στην πίεση που ασκείται από το κύημα στις μεγάλες φλέβες της πυέλου και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την επι­βράδυνση της ροής του αίματος στα κάτω άκρα. Κατά κανόνα, για να προκληθεί θρομβοεμβολικό επεισόδιο στην διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα πρέ­πει να συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες που προ­διαθέτουν σε θρόμβωση. Έτσι ο κίνδυνος είναι με­γαλύτερος σε γυναίκες μεγάλης ηλικίας (>35 ετών), παχύσαρκες, με ιστορικό θρομβώσεων στο οικογε­νειακό τους περιβάλλον και κυρίως σε όσες παρου­σιάζουν κληρονομικούς θρομβοφιλικούς παράγο­ντες.

Πέρα από τα θρομβοεμβολικά επεισόδια, η θρομβοφιλία κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει επιπλέον και προεκλαμψία, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου (Intrauterine Growth Restriction – IUGR), αποκόλληση του πλακούντα, ενδομήτριο εμβρυϊκό θάνατο αλλά και καθ’ έξιν αποβολές. Οι καταστάσεις αυτές ερμηνεύονται μάλλον από τις θρομβώσεις και τις διαταραχές αιμάτωσης των αγγείων του πλακούντα οι οποίες προκαλούνται από την θρομβοφιλία.

Φάρμακα
Τα αντισυλληπτικά αποτελούν τον συχνότερο παρά­γοντα κινδύνου φλεβικής θρόμβωσης σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Ο κίνδυνος θρόμβωσης δεν είναι ο ίδιος για όλες τις γυναίκες, αλλά εξαρτά­ται από την περιεκτικότητα των αντισυλληπτικών σε οιστρογόνα και την διάρκεια λήψης τους. Επιπλέον η ηλικία, το κάπνισμα και το σωματικό βάρος, όπως και η συνύπαρξη άλλων επίκτητων ή κληρονομικών παραγόντων θρομβοφιλίας αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την εμφάνιση θρομβοεμβολικού επεισοδίου. Τα αντισυλληπτικά προκαλούν αύξηση κατά 20-30% του ινωδογόνο και των παραγόντων VIII, X και IX της πήξης, αλλά και ελάττωση των φυσικών ανασταλτών κυρίως της πρωτεΐνης S σε επίπεδα 30 – 60%.Τα φάρμακα αυτά προκαλούν κυρίως φλεβικές θρομβώσεις των κάτω άκρων, ενώ σπανιότερα ενοχοποιούνται και για αρτηριακές θρομβώσεις (όπως π.χ. για αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια).

Άλλα φάρμακα τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης είναι η ορμονική θεραπεία υποκατάστα­σης που λαμβάνουν γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και ορισμένα χημειοθεραπευτικά. Ενδεικτικά αναφέρονται η ασπαραγινάση, η ταμοξιφένη, η θαλιδομίδη και η βινκριστίνη. Τα φάρμακα αυτά προκαλούν σύνθετες διαταραχές της αιμόστασης μεταξύ των οποίων είναι η αύξηση των παραγόντων της πήξης και η ελάττωση των ανασταλτών, προκαλούν όμως και άμεση τοξική βλάβη στο ενδοθήλιο των αγγείων.

 Καρκίνος
Η σχέση του καρκίνου και της θρόμβωσης είναι γνωστή από πολύ παλιά. Ήδη από το 1865, ο Armand Trouseau περιέγραψε για πρώτη φορά την λευκή επώδυνη φλεγμονή ως πρώτη εκδήλωση καρκινώματος του στομάχου. H θρόμβωση αποτελεί μια από τις πιο κοινές επιπλοκές που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με καρκίνο, η οποία σχετίζεται τόσο με την ίδια τη νόσο, όσο και με τη θεραπευτική της αντιμετώπιση.

Παρόλο που οι ασθενείς αυτοί μπορεί να παρουσιάζουν και αρτηριακές θρομβώσεις, οι φλεβικές θρομβώσεις είναι περισσότερο μελετημένες. Εκτός από ΕΦΘ των κάτω άκρων οι ασθενείς παρουσιάζουν κατά σειρά συχνότητας ΕΦΘ των άνω ακρών, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση φλεβωδών κόλπων εγκεφάλου και μεταναστευτική επιπολής θρομβοφλεβίτιδα. Εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση παρουσιάζει το 4 έως 20% των ασθενών με καρκίνο και αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες θανάτου. Το 20% όλων των νέων επεισοδίων ΕΦΘ σχετίζονται με ενεργό κακοήθεια. Σε πληθυσμιακές μελέτες ο καρκίνος σχετίστηκε με 4,1 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο θρόμβωσης, ενώ η χρήση χημειοθεραπείας αύξησε τον κίνδυνο κατά 6,5 φορές. Ασθενείς με καρκίνο που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση έχουν 2 φορές υψηλότερο κίνδυνο ΕΦΘ και 3 φορές υψηλότερο κίνδυνο θανατηφόρου πνευμονικής εμβολής σε σχέση με άτομα χωρίς καρκίνο.

Η συχνότητα φλεβοθρόμβωσης σε ασθενείς με καρκίνο φαίνεται να έχει διπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια για διάφορους λόγους συμπεριλαμβανομένης της βελτίωσης της επιβίωσης, της μεγαλύτερης ηλικίας στη διάγνωση και της αυξημένης θεραπευτικής χρήσης αντι-αγγειογενετικών παραγόντων. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι ασθενείς με καρκίνο και ΕΦΘ έχουν ελαττωμένη ολική επιβίωση έως και τρεις φορές σε σχέση με καρκινοπαθείς που δεν παρουσίασαν ΕΦΘ, η θρόμβωση δηλαδή αποτελεί δείκτη κακής πρόγνωσης.

Τα νεο­πλά­σματα τα οποία σχετίζονται συχνότερα με την ανά­πτυξη θρόμβωσης είναι αυτά του πνεύμονα, του πα­γκρέατος, του στομάχου, των ωοθηκών, του μαστού, του εγκεφάλου και του παχέος εντέρου.

Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο ο καρκίνος προκαλεί θρομβοεμβολική νόσο δεν είναι απόλυτα γνωστός αλλά φαίνεται ότι είναι σύνθετος και πολυπαραγοντικός. Διάφοροι προδιαθεσικοί παράγοντες δρούν συνεργικά στην εμφάνιση των θρομβωτικών επεισοδίων, όπως η ηλικία, η παρατεταμένη κατάκλιση, η μετεγχειρητική κατάσταση, η χημειοθεραπεία, κλπ.